ἐπορθρεύω


ἐπορθρεύω
ἐπ-ορθρεύω, etwas am frühen Morgen tun, früh aufstehen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • επορθρεύω — ἐπορθρεύω (Α) σηκώνομαι πολύ πρωί. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ορθρεύω «ξυπνώ πριν την αυγή» (< όρθρος «αυγή»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐπορθρευομένης — ἐπορθρεύω rise early pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορθρευσάμενοι — ἐπορθρεύω rise early aor part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορθρευσάμενος — ἐπορθρεύω rise early aor part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορθρεῦσαι — ἐπορθρεύω rise early aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορθρεύσασθαι — ἐπορθρεύω rise early aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επορθρίζω — ἐπορθρίζω (Α) 1. επορθρεύω* 2. επορθροβοώ*. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ορθρίζω «σηκώνομαι πολύ νωρίς» (< όρθρος «αυγή»)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.